ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ/ΤΗΣ…

ΠΙΝΟΚΙΟ
Μάιος 2, 2018
12/09/2017


Η Λούνα κι εγώ

Η Λούνα κι εγώ περιμένουμε εδώ και μήνες. Για ποιο πράγμα ακριβώς; Μα την πρώτη μέρα φυσικά! Τι άλλο;

Οι τέσσερις παππούδες περιμένουν κι αυτοί, με αγωνία. Και μας επαναλαμβάνουν, με πρόσωπα που μοιάζουν με κατάσκοπους: «Θα δείτε πόσο σημαντική θα είναι η πρώτη μέρα! Και πόσο ενθουσιασμένοι θα είστε! Και πόσες αναμνήσεις θα σας δώσει η πρώτη μέρα!»

- Αλλά η πρώτη μέρα τίνος πράγματος; Η Λούνα ρωτάει εμένα κι εγώ τη Λούνα.

Ρωτάμε ο ένας τον άλλο κάθε βράδυ στα κρυφά, πριν κοιμηθούμε. Δεν τολμούμε όμως να ρωτήσουμε τους μεγάλους, αφού είναι σίγουροι ότι γνωρίζουμε ήδη την απάντηση από καιρό…

Γι αυτό, η Λούνα και εγώ αποφασίσαμε να κάνουμε ό,τι κάνει ο μπαμπάς όταν κάποιος τον ρωτάει πώς πάει η δουλειά ή η ζωή του γενικά. Ο μπαμπάς παραμένει σιωπηλός και ως απάντηση σηκώνει τους ώμους του μέχρι τον πολυέλαιο, με το βλέμμα να κοιτά στον ουρανό και τα φρύδια προς το ταβάνι και παίρνει ένα περισπούδαστο ύφος, πιο πυκνό από το γάλα με σοκολάτα που ετοιμάζει καθημερινά για μας. Όταν κάποιος αναφέρει την μοιραία έκφραση -η πρώτη μέρα- όταν είμαστε παρόντες, μιμούμαστε λοιπόν τον μπαμπά. Τον πετυχαίνουμε πάντα.

Η μη συμβουλή της γιαγιάς Καρλότας

Η γιαγιά Καρλότα μας μιλάει συνέχεια γι’ αυτό: φαίνεται ανήσυχη, τρομερά ανήσυχη. Και μας δίνει συμβουλές για το τι να μην φορέσουμε, τι να μην πάρουμε, τι να μην φαίνεται, για το τι να μην πούμε και τι να μην κάνουμε. Ούτε μία φορά δεν μας είπε τι πρέπει να περιμένουμε από την πρώτη μας ημέρα και τι σημαίνει ... τι ακριβώς εννοώ.

Χθες, χαϊδεύοντας τα πανομοιότυπα δίδυμα κεφάλια μας, η γιαγιά Καρλότα μας έκανε δώρο δύο μεγάλα σακίδια.

Μεγάλοι μπελάδες

Έτσι, τώρα ξέρουμε κάτι σίγουρο: η πρώτη μέρα θα είναι περιπετειώδης.

Ένα από τα δύο σακίδια είναι ναυτικό μπλε και η γιαγιά το αγόρασε για μένα. Το άλλο είναι για τη Λούνα, μωβ και πορτοκαλί.

- Το ναυτικό μπλε είναι χρώμα για αγόρι, Λουκά. Αντίθετα, το μωβ είναι για τα κορίτσια - μουρμούρισε, ικανοποιημένη με την επιλογή της.

- Μα τα χρώματα δεν έχουν φύλο, γιαγιά - απάντησε η Λούνα. Ακόμα και τα παιδιά το ξέρουν αυτό.

Σωστά, το ξέρουμε αυτό, γιατί η μητέρα μας το επαναλαμβάνει ξανά και ξανά. Ως εκ τούτου, αποφασίσαμε αμέσως να ανταλλάξουμε σακίδια: εξάλλου, λατρεύω το μωβ και η Λούνα λατρεύει το μπλε ναυτικό.

Η γιαγιά Καρλότα δεν το θυμόταν αυτό, ή δεν το γνώριζε, γιατί ακολουθεί το αλάνθαστο ένστικτό της γιαγιάς. Τι σύγχυση... Είναι ακόμα χειρότερο απ’ ότι με τα ονόματά μας!

Τι υπομονή απαιτούν από εμάς οι μεγάλοι... Είναι μεγάλοι σε ηλικία αλλά και σε μπελάδες!

Υπακοή και θάρρος

Κάθε φορά που ρωτάμε για παράδειγμα τη γιαγιά Καρλότα για κάτι πιο συγκεκριμένο για την πρώτη μέρα, με έναν μυστηριώδη τρόπο, απαντά ότι θα χρειαστεί μόνο να είμαστε θαρραλέοι και υπάκουοι. Λέει αυτό με μάτια που είναι λαμπρότερα κι απ’ τον μικρό καθρέφτη του μπάνιου που ο μπαμπάς γυαλίζει μανιωδώς. Και έπειτα προσθέτει: «Παιδιά μου, θα δείτε, θα σας μείνει αξέχαστο! Εσύ Λουκά, θα πρέπει να είσαι αρκετά δυνατός και για τους δυο σας! Κι εσύ Λούνα, θα πρέπει να είσαι υπάκουη και για τους δυο σας!»

Τι κρίμα η γιαγιά Καρλότα να μην μαθαίνει ποτέ… Είμαστε πράγματι δίδυμα, αυτό είναι αλήθεια. Ωστόσο, εγώ είμαι αυτός που πρέπει να είναι υπάκουος και για τους δυο μας, καθώς εγώ είμαι αυτός που είναι καλός στην υπακοή των εντολών, ακριβώς όπως ένας σούπερ αστυνομικός, ενώ η Λούνα είναι εξειδικεύεται στην ανυπομονησία! Ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι αυτός που είναι αρκετά δυνατός και για τους δυο μας, γιατί η Λούνα είναι τόσο θαρραλέα όσο δέκα δράκοι, δυνατή όσο τρεις κύκλωπες, άγρυπνη σαν αετός που δεν κοιμάται ποτέ. Εγώ, αντ 'αυτού, είμαι ένας πραγματικός δειλός.

Η πρώτη μέρα του παππού Τιβέριου

Και ο παππούς Τιβέριος; Λοιπόν, αυτός μας μιλάει για την πρώτη μέρα μόνο κάθε φορά που βλέπουμε ο ένας τον άλλον: επομένως, ένα απόγευμα ναι, ένα απόγευμα όχι. Μας λέει πώς ήταν τα πράγματα γι 'αυτόν, τι φορούσε, τι ξέχασε να πάρει μαζί του, τι δεν είπε, τι δεν έμοιαζε να είναι και τι δεν ήξερε να κάνει.

Τόσα πολλά να κάνουμε…

Βλέπουμε τη γιαγιά Μαρία και τον παππού Αντώνη τα Σαββατοκύριακα, όταν έρχονται στο σπίτι μας, ο ένας πίσω από τον άλλο. Τα Σάββατα και τις Κυριακές παίζουν συχνά χαρτιά μαζί μας και μας διαβάζουν ιστορίες.

Χθες, που ήταν Σάββατο, η γιαγιά Μαρία, πριν μας χαιρετήσει, είπε: «Έχω φτιάξει όλα τα βιβλία σας για την πρώτη μέρα! Τώρα, ο παππούς Αντώνης θα τα βάλει στα σακίδια, έτσι ώστε τελικά να είστε έτοιμοι για την περιπέτεια!»

Η Λούνα και εγώ κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο: δεν εκπλαγήκαμε. Γνωρίζαμε ήδη ότι θα υπήρχε μια περιπέτεια. Έτσι, τους αφήσαμε να συνεχίσουν.

Τους πήρε πολύ χρόνο. Καυγάδισαν κιόλας, για το πώς, τι και πόσο. Εμείς εν τω μεταξύ, παίζαμε πειρατές.

« Όταν ο παππούς Αντώνης και η γιαγιά Μαρία φύγουν, εμείς οι δύο θα έχουμε πολλά να κάνουμε» μου ψιθύρισε στο αυτί η Λούνα κάποια στιγμή, κοιτάζοντας τα σακίδια που ήταν τόσο γεμάτα όσο όλο το σύμπαν με τα αστέρια μαζί.

Κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε χωρίς να χρειαστεί να μου πει τίποτα άλλο. Είμαστε σχεδόν πανομοιότυπα δίδυμα, καθόλου συνηθισμένα αδέλφια. Μεταξύ των δυο μας υπάρχει μαγεία, όπως λέει συχνά η μητέρα μου.

Κοροϊδεύοντας τους μεγάλους

Έτσι, όταν ήρθε το βράδυ, τραβήξαμε τα σακίδια στην κρεβατοκάμαρά μας και με τη βοήθειά μου η Λούνα έβγαλε όλα τα πράγματα έξω.

«Αυτοί οι παππούδες!» παραπονεθήκαμε και οι δύο, γκρινιάζοντας μετά από κάθε βιβλίο, τετράδιο και στυλό, γόμα και κραγιόνι, βγάζοντας και στοιβάζοντάς τα στο ντουλάπι.

Εν ολίγοις, χτίσαμε δύο διασκεδαστικούς πύργους με όλα τα άχρηστα νέα πράγματα, το ένα πάνω στο άλλο.

«Μα καλά, δεν ξέρουν τι σημαίνει περιπέτεια;» αναφώνησα, ικανοποιημένος από το κατόρθωμά μας. .. «Είναι πολύ διασκεδαστικοί αυτοί οι μεγάλοι, Λούνα!»

«Λούνα, να είσαι γενναία: ας πάρουμε όλα τα πράγματα που πραγματικά χρειαζόμαστε και ας τα βάλουμε στα σακίδια της «πρώτης ημέρας!» Τώρα είμαστε ικανοί και μεγάλοι: είμαστε σχεδόν έξι.»

Έτοιμοι για την περιπέτεια;

Έτσι, με τα αστέρια να λάμπουν, μοναδικοί μάρτυρες πάνω από τα σχεδόν πανομοιότυπα κεφάλια μας, διοργανώσαμε σύντομες αποστολές στην κουζίνα, το μεγάλο μπάνιο και το σαλόνι, φορώντας τα μπλε και μωβ σακίδια ως κράνη καμουφλάζ, με δύο πυξίδες, μερικούς τοπικούς και παγκόσμιους χάρτες, τα δύο σάντουιτς του μπαμπά, τις αποταμιεύσεις μας, τα γυαλιά ηλίου, οδοντόβουρτσες και οδοντόκρεμα, δύο μπερέδες, μερικά μπουκάλια νερό, ένα πακέτο με μπισκότα, ένα μαχαίρι γενικής χρήσης, δύο κουκλάκια για τη νύχτα και δύο πουλόβερ.

Όταν η μητέρα μας ήρθε στο υπνοδωμάτιο λίγο αργότερα για να μας βοηθήσει να βάλουμε της πιτζάμες μας και να πούμε καληνύχτα, τα σακίδια ήταν έτοιμα: σιωπηλά, μυστηριώδη και κλειστά, στην άκρη των κρεβατιών.

«Μικρές μου τίγρεις!» μας χαιρέτισε όπως πάντα, δίνοντάς μας ένα φιλί. «Είστε έτοιμοι για την πιο συναρπαστική περιπέτεια που είχατε ποτέ;»

Η Λούνα κι εγώ γνέψαμε καταφατικά.

Και ήμασταν ήδη ενθουσιασμένοι. Πραγματικά!

Gabriella Santini
2 Agosto 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *